Οι αρθρογράφοι του Beezdom, δοκιμάζονται ξανά! Αυτή τη φορά προκλήθηκαν από ένα άλλο αρθρογράφο να γράψουν μία φανταστική, λογοτεχνική ιστορία από τον τίτλο ενός τραγουδιού. Ο Κωνσταντίνος Παναγιώτου προκάλεσε τον Γιάννη Παπουλή να γράψει μία ιστορία από το τραγούδι «Ούτε ένα ευχαριστώ» της Δέσποινας Βανδή.

Για να δούμε Γιάννη, can you bee a story writer?

Έτος 2100 μ.Χ.

Ούτε που κατάλαβα πώς φθάσαμε εδώ.

Γύρω μου επικρατούσε αθόρυβη αναστάτωση. Κανείς δε μιλούσε με κανέναν, αλλά έβλεπες στα πρόσωπα όλων την αγωνία, εκείνη που δεν χρειάζεται να μιλήσεις για να ανιχνευτεί. Όλοι κρατούσαν στο χέρι τα τελευταία τους υπάρχοντα και όλοι ήταν μόνοι.

Πάνε τόσα χρόνια να δω άνθρωπο και είχα φανερά σοκαριστεί με αυτή τη μεγάλη συνάθροιση σήμερα.

Η σειρά ήταν πολύ μεγάλη για να μπορέσω να καταλάβω τι γίνεται στο βάθος, αλλά κατάλαβα και πώς κανείς δεν θα είχε διάθεση να μου εξηγήσει. Το μόνο που μπορούσα να αντιληφθώ είναι πώς όλοι κάτι περίμεναν μίζερα, πώς όλοι είχαν πρόσωπα ωχρά και ταλαιπωρημένα και πώς από μακριά έβγαινε μία αδιευκρίνιστη λάμψη, σαν να είχαν ανάψει χιλιάδες φωτάκια στον ουρανό.

Βέβαια, δεν ήταν και λίγα που περάσαμε αυτά τα 100 χρόνια. Μετά την πανδημία ακολούθησαν κι άλλα χειρότερα, ένας πραγματικός αγώνας επιβίωσης. Πυρηνικές εκρήξεις, φονικά όπλα, ανίατες ασθένειες, πείνα, μόλυνση της ατμόσφαιρας, πόλεμοι, ήταν μόνο μερικά. Και σε αυτό τον αγώνα, πολλοί δεν επιβίωσαν και οι περισσότεροι έμειναν μόνοι.

Καθώς πλησίαζα προς τα φώτα, άλλοι έκλαιγαν, άλλοι φώναζαν και διαρκώς ακούγονταν δύο πόρτες να ανοιγοκλείνουν. Κάθε φορά που άνοιγε η μία έβγαινε ωραίο φως και μελωδίες γλυκές όπως εκείνες που παίζουν στις διαφημίσεις μαλακτικών ρούχων. Όταν άνοιγε η άλλη πόρτα δε, έβγαινε ένας ήχος εκκωφαντικός, απόκοσμος, και δέσμες φωτός κόκκινου χρώματος.

Κάπου εκεί κατάλαβα πως πρόκειται για τη Δευτέρα Παρουσία.

Μπροστά μου κατάφερα να εντοπίσω και πρόσωπα γνωστά και μου φάνηκε παράξενο το πόσο «μικρά» έμοιαζαν τώρα. Είδα τον Ντόναλτ Τράμπ να προσπαθεί να απολογηθεί στο Θεό για την επιπολαιότητα με την οποία χειρίστηκε την πανδημία και να παίρνει τη θέση του στα δεξιά. Είδα τον Χίτλερ, να ξύνει τ’ αρχίδια και να το παίζει χαλάρας, αλλά λίγο αργότερα να κλαίει με αναφιλητά για να πείσει το Θεό «για τις καλές πράξεις που έκανε», κι εκείνος ευτυχώς δεν του χαρίστηκε και τον έστειλε στην Κόλαση. Είδα εκείνον τον επιστήμονα που έφτιαχνε βόμβες για λίγο χρήμα, να μην το μετανιώνει ούτε καν τώρα, και να στέκεται κι αυτός πλάι στον Χίτλερ και μερικούς άλλους.

Παιδεραστές, βιαστές, δολοφόνοι, όλοι έπαιρναν τη θέση που τους άξιζε.

Μα κυρίως, παραξενεύτηκα που είδα να στέκονται δίπλα τους άνθρωποι που τόσα χρόνια τους θεωρούσα ευυπόληπτους. Έμοιαζαν κι εκείνοι διαφορετικοί χωρίς τα κοστούμια τους, χωρίς τα λεφτά τους και όλα εκείνα τα στολίδια που τους πρόσφεραν μάλλον την υπόληψή τους. Θα στοιχημάτιζα ότι όλοι αυτοί θα είχαν μία θέση στον Παράδεισο, αλλά μάλλον έκανα λάθος.

Και τότε φθάνει η δική μου σειρά. Είχα αγχωθεί φανερά. Ένας ταπεινός δάσκαλος ήμουν, με τα λάθη και τα σωστά μου. Τι θα γινόταν; Τι θα αποφάσιζε ο Θεός για εμένα;

Για κάποιο λόγο είχα σίγουρη την Κόλαση από πριν και ήλπιζα απλώς να είναι εκεί και οι φίλοι μου για να’ μαστε παρέα.

Τώρα έβλεπα τα πράγματα πιο καθαρά. Τα αγγελάκια φόραγαν -προς έκπληξή μου- ένα άσπρο κοστούμι και τα πρόσωπά τους ήταν τόσο φωτεινά, που δεν μπορούσες να διακρίνεις ξεκάθαρα τα χαρακτηριστικά τους. Μία απροσδιόριστη θολούρα προερχόταν απ’ το μέρος τους και εξέπεμπαν μόνο γαλήνη. Κατάφερα να παρατηρήσω πιο καλά και είδα ένα απ’ αυτά να κάθεται σε αναπηρικό καροτσάκι, ενώ κατάλαβα απ’ το μέρος του χεριού που ήταν ακάλυπτο, πώς ένα αγγελάκι είχε μαύρο χρώμα.

«Γιάννης Παπουλής», φώναξε ένα αγγελάκι που είχε τα μαλλιά ράστα και φορούσε γυαλιά ηλίου.

«Πέρασε μπροστά» είπε το αγγελάκι που στεκόταν και δίπλα στο Θεό και μου έδειχνε ένα σημάδι στο πάτωμα για να σταθώ. Δεν ξέρω, μάλλον εκεί θα είχε πιο καλό φωτισμό. Απ’ τη φωνή κατάλαβα πως ήταν γυναίκα.

«Σου δίνονται δέκα λεπτά για να μας παρουσιάσεις με λίγα λόγια το βίο σου και να μας πείσεις γιατί να περάσεις στον Παράδεισο και όχι στην Κόλαση. Πρόσεξε, ο Θεός γνωρίζει, άρα μην μπεις στον κόπο να πεις ψέματα».

Έβλεπα το αγγελάκι να τα λέει όλα αυτά και είχα σοκαριστεί, γιατί μου είχε θυμίσει μία εκπομπή που βλέπαμε πριν 100 χρόνια στην τηλεόραση, τότε που είχαμε τηλεοράσεις, δε θυμάμαι το όνομα, και η παρουσιάστρια μοίραζε κάρτες στα μοντέλα, αν περνούσαν στην επόμενη φάση.

Δεν ήμουν προετοιμασμένος για όλο αυτό που γινόταν και άρχισα να χάνω τα λόγια μου. Κάτι βλακείες του έλεγα ότι ήμουν καλός στην ορθογραφία και πώς είχα εκδώσει μία φορά και ένα βιβλίο! Αυτό το τελευταίο μάλιστα μου ξέφυγε, γιατί αν έμπαινε στον κόπο να ψάξει τι ιστορία είχε «Ο Παραμυθάς», θα με έστελνε golden pass στην Κόλαση. Και ελπίζω μόνο να μην του λέγε κάτι ο διάολος, ότι άρχιζα κάθε Δευτέρα δίαιτα και πώς με παράσερνε και την σταματούσα το ίδιο βράδυ. Ξού ξού από δω!

«Σου απομένουν 3 λεπτά», φωνάζει το αγγελάκι με τα ράστα. Τότε ακούω ψίθυρους και γυρίζω στα δεξιά και βλέπω τα διαόλια που στέκονταν σειρά και κρυφογελούσαν. Ένα μου έκλεισε το μάτι και ένα άλλο μου έγνεφε να πάω. Κάπου απόμακρα ακούγονταν καζάνια να χτυπούν, φωνές να βράζουν και μαστιγώματα. Πάντως όλα ήταν εναντίον μου και το είχα αποφασίσει, θα καιγόμουν στην Κόλαση για πάντα και γύριζα συχνά πυκνά πίσω στο πλήθος και έψαχνα να δω τον Φώτη και την Ελένη, μπας και έρχονταν κι αυτοί μαζί μου.

«Λοιπόν, κύριε Θεέ, συνοψίζω. Δεν είμαι ο καλύτερος άνθρωπος, το ξέρω, δεν αξίζω μία θέση δίπλα σου και έκανα πάρα πολλά σφάλματα που δεν θα μας έφτανε ούτε μία ζωή -όχι δική σου, δική μου- για να στα πω. Αλλά και απ’ την άλλη, δεν είμαι δα και τόσο κακός…».

Είχα θυμηθεί κάτι πράγματα που δίδασκα για τρόπους πειθούς και λέω ας κάνω επίκληση στο συναίσθημα, ίσως το εκτιμήσει. Τον είδα όμως που σήκωσε το φρύδι και άλλαξα τόνο στη φωνή.

«Τι έκανα, πάλι, κύριε Θεέ;» του λέω και τον βλέπω να θυμώνει παραπάνω, λες και περίμενε κάτι κακό να του πω για να χαρεί.

«Ε, όχι κύριε Θέε, ούτε έχω σκοτώσει, ούτε έχω κλέψει -εντάξει μία φορά όταν ήμουν μωρό-, ούτε έχω κάνει κακό σε κάποιον -καλά εντάξει, δεν είμαι δα και ο Χίτλερ!-». Παναγία μου, τότε βλέπω τον Χίτλερ να ξινίζει και κάνω μία ενδόμυχη σκέψη, «αχ δε θα με βρει στην Κόλαση κάπου; Την έβαψα!» Και συνέχισα απεγνωσμένα…

«Επειδή έβαζα ασκήσεις στα παιδιά; Μα το καλό τους ήθελα. Επειδή τα έβαζα να διαβάζουν; Το καλό τους ήθελα, κύριε Θεέ!»

Ένα βουητό ακούστηκε, που απ’ το «ουυυυυυυ» κατάλαβα πως ήταν οι μαθητές μου.

Τότε ακούω μία φωνή απ’ τα αγγελάκια, να επεμβαίνει. Αυτό το αγγελάκι, φόραγε γυαλιά μυωπίας, ήταν έτσι πολύ ασπρουλιάρικο και η φωνή του ήταν λίγο σπαστική. Τότε κατάλαβα πως ήταν ο Κωνσταντίνος, ένας παλιός μου φίλος που τον έχασα στη μεγάλη πυρηνική έκρηξη του 2087 μ.Χ., δάσκαλος κι αυτός.

«Γιάννη», λέει το μυωπικό αγγελάκι. «Πες και το άλλο…»

«Κωνσταντίνε;» του λέω εγώ με πνιχτή φωνή, σοκαρισμένος.

«Γιάννη, πες τα όλα!».

Τότε κατάλαβα τι ήθελε να πω. Ήθελα να πω πόσο αυστηρός ήμουν μαζί του και πόσο Κόλαση του είχα κάνει τη ζωή. Μάλλον μου τα’ χε χρωστούμενα όταν του έβαζα τις φωνές. Και πάνω που είχα σχηματίσει καλή εικόνα για τα αγγελάκια…

«Τι να πω, για το Beezdom; Εντάξει, κάποτε ήμουν λίγο αυστηρός μαζί σου…»

«Ναι, πες του Θεού, τι ήταν η μελισσοκοινωνία» φώναξε το αγγελάκι επιτακτικά!

«Ήταν κάποτε πριν 100 χρόνια, κύριε Θεέ, που μία ομάδα νέων αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε μία διαδικτυακή πλατφόρμα, άκουσον άκουσον, που θα αλλάζαμε τον κόσμο! Ναι, αυτόν τον κόσμο που τότε είχε εθιστεί στην κακή τεχνολογία, στην εικόνα, στην κακή πληροφόρηση και ήταν παγερά αδιάφορος για τα σημαντικά πράγματα της ζωής, για τα προβλήματα γύρω του. Αυτή η πλατφόρμα που λέτε, κύριε Θεέ, προσπαθούσε να περνά μόνο θετικά μηνύματα, να εντοπίζει τα καλά των ανθρώπων και να τα προβάλλει! Προσπαθήσαμε να φτιάξουμε ομάδες, μακριά απ’ τις μονάδες, να ταξιδεύουμε, να γελάμε… Προσπαθήσαμε να δώσουμε φωνή σε θέματα που άλλοι ήθελαν να φιμώσουν, να λέμε την αλήθεια και να περνάμε καλά κυρίως, γιατί αυτό έχει σημασία. Απλώς μετά το Χάος και το τέλος της τεχνολογίας, το Beezdom ήταν πια παρελθόν…».

Τότε ακούγεται ένα καμπανάκι και φωνάζει το αγγελάκι με τα ράστα.

«Ταράμ ταράμ. Ο Χρόνος τελείωσε. Περνάμε στην Ετυμηγορία».

Χέστηκα πάνω μου, και ήλπιζα να φθάσουν οι αναθυμιάσεις προς τα εκεί, μπας και γίνει κάτι και σωθώ.

«Γιάννη, πας στον Παράδεισο. Παρακαλώ, πέρασε στα δεξιά», είπε ο Θεός. Ταράμ Ταράμ και ο ίδιος μεταλλικός ήχος ξανά.

Είχα παγώσει, γιατί ήταν μόνο 1% να πήγαινα ΕΓΩ στον Παράδεισο. Όχι τίποτε άλλο αλλά δεν είχα προλάβει ούτε τα καλά του Beezdom να του πω. Πώς με έκρινε; Μάλλον ισχύει τελικά, ο Θεός βλέπει, ο Θεός ξέρει, ο Θεός δίνει.

Μετά από ένα σύντομο διαφημιστικό διάλειμμα, βρήκα και πάλι τα λογικά μου και είπα με ένα πλατύ χαμόγελο: «Ευχαριστώ, κύριε Θεέ», ψάχνοντας την ίδια ώρα να δω το αγγελάκι με τα μυωπικά γυαλιά, που είχε εξαφανιστεί.

Καθώς έβλεπα μαγεμένος δεξιά κι αριστερά τον Παράδεισο, είχα θυμηθεί ένα παλιό καλό τραγούδι της Βανδή και με έπιασε η στεναχώρια…

Ούτε ένα ευχαριστώ δεν πρόλαβα να πω στο αγγελάκι με τα μυωπικά γυαλιά. Αλλά, έτσι είμαστε εμείς οι άνθρωποι, ξεχνάμε. Ελπίζω όμως τώρα που θα είμαι Παραδεισένιος πια, να αλλάξω. Ούτε ένα ευχαριστώ, δεν είπα.

Ευχαριστώ, λοιπόν!

**Η ιστορία δεν έχει σκοπό να θίξει τα θεία και τα ιερά, αλλά έχει χιουμοριστικό τόνο και επιθυμεί να κρίνει καταστάσεις και τίποτε άλλο!

  1. Εσένα σου άρεσε η ιστορία του Γιάννη;

    1. ΝΑΙ
    2. ΟΧΙ
    125 votes
    Share Your Result

***Απαγορεύεται η μερική ή ολόκληρη αναδημοσίευση του άρθρου σε άλλα sites χωρίς τη συγκατάθεση του beezdom.com

***Πηγή φωτογραφίας εξωφύλλου: klik.gr


Like it? Share with your friends!

​Πες μας τη γνωμη σου...

ΑΓΑΠΩ! ΑΓΑΠΩ!
48
ΑΓΑΠΩ!
ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ! ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ!
1
ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ!
ΠΙΟ ΒΑΡΕΤΟ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ! ΠΙΟ ΒΑΡΕΤΟ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ!
0
ΠΙΟ ΒΑΡΕΤΟ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ!
ΔΑΚΡΥΣΑ... ΔΑΚΡΥΣΑ...
0
ΔΑΚΡΥΣΑ...
ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΣΤΗΚΑ! ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΣΤΗΚΑ!
5
ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΣΤΗΚΑ!
ΓΕΛΩ ΜΟΝΟΣ/Η ΜΟΥ! ΓΕΛΩ ΜΟΝΟΣ/Η ΜΟΥ!
3
ΓΕΛΩ ΜΟΝΟΣ/Η ΜΟΥ!