Οι αρθρογράφοι του Beezdom, δοκιμάζονται ξανά! Αυτή τη φορά προκλήθηκαν από ένα άλλο αρθρογράφο να γράψουν μία φανταστική, λογοτεχνική ιστορία από τον τίτλο ενός τραγουδιού. Η Κωνσταντίνα Τσιμπιτά προκάλεσε τον Γιάννη Καρπασίτη να γράψει μία ιστορία από το τραγούδι «Αερικό» του Θανάση Παπακωνσταντίνου.

Για να δούμε Γιάννη, can you bee a story writer?

Το δάσος έμοιαζε πολύ τρομακτικό τη νύχτα. Οι φυλλωσιές των δέντρων δημιουργούσαν σκιές με φόντο τον αμυδρά φωτιζόμενο απ’ το μισοφέγγαρο ουρανό και ένα πέπλο ομίχλης περιόριζε ακόμα περισσότερο την ορατότητα. Παρόλα αυτά, μια δέσμη φωτός ξεχώριζε μέσα στο πυκνό σκοτάδι.  Ήταν ο Παντελής, ο οποίος με τη βοήθεια του φαναριού του συνέχιζε ακάθεκτος το ψάξιμο για μανιτάρια. Ήταν μόνος. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε…

Κουκουβά, ακούστηκε μια κουκουβάγια. Χελιδό,απάντησε ένα χελιδόνι. Ο Παντελής σταμάτησε στιγμιαία. Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να επιστρέψει πίσω. Ευτυχώς μπορούσε να βρει τον δρόμο της επιστροφής ακολουθώντας τα πετραδάκια που είχε αφήσει στον διάβα του. Μα δεν χρειαζόταν. Δεν φοβόταν. Το σκοτάδι είναι απλά η απουσία φωτός,συλλογίστηκε.Έτσι του είχε μάθει ο καθηγητής της Φυσικής. Ούτε για τα ζώα χρειαζόταν να ανησυχεί. Στη Βιολογία έμαθε ότι σε τέτοιου είδους δάση, το χειρότερο που μπορούσε να του συμβεί ήταν να φάει κουτσουλιά κατακέφαλα. Από τα Μαθηματικά θυμήθηκε επίσης ότι η διάμετρος ενός κύκλου είναι δυο φορές η ακτίνα του, αλλά αυτό ήταν εντελώς άσχετο.

«Βρε καλώς τα!» είπε τελικά. Πάνω στις ρίζες ενός πεύκου τον περίμενε μια συστάδα από ζουμερά, λευκά μανιτάρια. Αφού τα μέτρησε με την παλάμη του, έβγαλε τον σουγιά από την τσέπη του και ετοιμάστηκε να τα αποκεφαλίσει. Τότε, ξαφνικά, ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνά όλο του το σώμα. Ταυτόχρονα, στο βάθος ακούστηκαν καλπασμοί, οι οποίοι ολοένα και δυνάμωναν. «Σαν να και κάποιος δεν θέλει να σας κόψω ε;» είπε χαριτολογώντας στα μανιτάρια, ενώ όμως στην πραγματικότητα άρχισε να τον λούζει κρύος ιδρώτας. Ενστικτωδώς, σκέφτηκε να φύγει αμέσως από ‘κεί, αλλά αφού έφτασε στην πηγή δεν θα έπινε νερό; Έτσι, σαν μανιακός, άρχισε μεμιάς την απόπειρα να κόψει το πρώτο από αυτά. «Έλα, γιατί δεν κόβεσαι ηλίθιο μανιτάρι;» φώναξε οργισμένος, ενώ ο σουγιάς του έμπαινε βαθύτερα και βαθύτερα στον λαιμό του μανιταριού. Μόλις εν τέλει κατάφερε να το κόψει, μια κραυγή λίγα μέτρα μακριά του, τον τράνταξε ολόκληρο. Χτένισε εναγωνίως την περιοχή και τότε ήταν που είδε τη φιγούρα. Πάνω σε ένα άλογο, πίσω απ’ την πυκνή βλάστηση ξεπρόβαλε ένας αλλιώτικος καβαλάρης. Ένας καβαλάρης δίχως κεφάλι!

 «Άσε κάτω το μανιτάρι!» είπε με απόκοσμη φωνή ο ακέφαλος καβαλάρης.

Ο Παντελής έμεινε ακίνητος. Το αίμα του πάγωσε και ο καβάλος του ζεστάθηκε. Μόλις όμως είδε ότι ο καβαλάρης διέταξε το άλογό του να ορμήσει προς αυτόν, η αδρεναλίνη του χτύπησε κόκκινο και τα πόδια του άρχισαν να τρέχουν πριν καν δώσει την εντολή ο εγκέφαλος του. Τι στο διάολο; βλαστήμησε από μέσα του, ενώ ανέβαινε και κατέβαινε λοφίσκους, κρατώντας πάντοτε σφικτά στην αγκάλη του το πολυπόθητο μανιτάρι. Τι… τι… τι είναι αυτό το απόβρασμα;

«Είναι μάταιο!» του φώναξε ο καβαλάρης. «Δεν μπορείς να ξεφύγεις!»

Τότε ήταν που ο Παντελής θυμήθηκε ένα γνωμικό: Ματαιότης, ματαιοτήτων, ματαιότη, ω ματαιότης! Ή κάτι παρόμοιο τέλος πάντων. Ένα πράγμα ήταν σίγουρο: δεν θα παραδιδόταν σε αυτό το τέρας. Προτού καν όμως ολοκληρώσει αυτή του την σκέψη, παραπάτησε πάνω σε ένα από τα πετραδάκια που είχε ο ίδιος αφήσει προηγουμένως και σωριάστηκε μεμιάς στο έδαφος. Αποπειράθηκε να σηκωθεί, μα ο καβαλάρης με το άλογό του τον είχαν ήδη φτάσει.

«Σου το ‘πα: δεν μπορείς να ξεφύγεις», επανέλαβε σαν χαλασμένο CD ο καβαλάρης.

Ο γεμάτος γρατζουνιές Παντελής άρπαξε ενστικτωδώς τον σουγιά του και τον πρόταξε προς το μέρος του καβαλάρη. «Φύγε τέρας, κρατάω σουγιά!»

Πνιχτά γέλια ακούστηκαν από τα εσώλαιμα του καβαλάρη. Κατέβηκε από το άλογό του, πλησίασε το κοντινότερό του πεύκο και, μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Παντελή, διαπέρασε το χέρι του μέσα από τον κορμό του πεύκου. «Δεν με φοβίζει το μαχαιράκι σου», είπε με πολύ τουπέ ο καβαλάρης. «Όπως βλέπεις είμαι… φάντασμα!»

«Φ… φα… φάντασμα;» τραύλισε ο Παντελής.

«Ναι βρε, πώς το λέτε εσείς; Φάντασμα, πνεύμα, στοιχειό, αερικό!»

Ο Παντελής ξεροκατάπιε. «Και… και… εμ… θα με σκοτώσεις τώρα;»

Ο ακέφαλος καβαλάρης κούνησε το κεφάλι του. Μετά θυμήθηκε πως δεν έχει κεφάλι. «Όχι», είπε τελικά. «Άσε όμως κάτω το μανιτάρι και μην ξαναπατήσεις σε αυτά τα μέρη!»

«Αυτό αποκλείεται!» είπε με θάρρος ο Παντελής. Ξαφνικά είχε πεισμώσει. «Εγώ το βρήκα πρώτος, εγώ το κρατάω! Εσύ τι το θες; Ούτε καν στόμα δεν έχεις να το φας!»

Ο καβαλάρης τον πλησίασε και άπλωσε το χέρι του προς το μέρος του. «Δώ-σε μου το μα-νι-τά-ρι», είπε αργά και συλλαβιστά.

«Πάνω απ’ το πτώμα μου!» του φώναξε κατάμουτρα ο Παντελής και, χωρίς καν να το σκεφτεί, έμπηξε το μανιτάρι στο στόμα του και άρχισε να το μασουλά. Δικό μου είναι, σκατοφάντασμα! Δεν σε φοβάμαι! σκεφτόταν από μέσα του. Τον έπνιγε το δίκαιο. Μετά όμως άρχισε να τον πνίγει και το μανιτάρι. Τα μάτια του γούρλωσαν και τον έπιασε αναγούλα. Σωριάστηκε και πάλι στο έδαφος και έβηχε επανειλημμένα, σε μια προσπάθεια να αποβάλει το μανιτάρι. Μα όπως του είχε προηγουμένως και ο καβαλάρης, ήταν μάταιο. Το βλέμμα του θόλωνε και έτρεμε ολόκληρος. Με όση δύναμη του είχε απομείνει, κούνησε τα χέρια του κάνοντας άγαρμπα νοήματα προς τον καβαλάρη – σαν να του ζητούσε έλεος.

Εκείνος έμεινε απλά να τον βλέπει με σταυρωμένα τα χέρια. Δεν μπορούσε άλλωστε να κάνει κάτι. Το άλογό του, από την άλλη, άρχισε να χλιμιντρίζει και με την οπλή του έσκαβε το χώμα. Λένε ότι τα ζώα νιώθουν τον πόνο των ανθρώπων. Ποιος ξέρει; Ίσως και να χαιρόταν για τον επικείμενο θάνατο του Παντελή και να του έσκαβε ήδη τον τάφο.

«Είναι άδικος αυτός ο κόσμος…» ξεστόμισε ο Παντελής. «Σβήνει το καντήλι μου… Πεθαίνω, πεθαίνω… πέθανα… Όχι, ζω ακόμη, διότι πονάω. Όταν πεθάνω δεν θα πονάω πλέον, έτσι δεν είναι;»

Λίγα λεπτά μετά, ο Παντελής σιώπησε για πάντα. Τα μάτια του έμειναν ανοικτά και γουρλωμένα να αποθανατίζουν για πάντα την τελευταία του εικόνα σε αυτόν τον κόσμο: Τα κομμάτια μανιταριού που είχε φτύσει, με φόντο τον ακέφαλο καβαλάρη και το άλογό του.

Ο δε καβαλάρης κοίταξε το άψυχο σώμα του Παντελή και αναστέναξε. «Πάει και αυτός…» είπε χαμηλόφωνα. «Αποτύχαμε Ντόλυ μου…»

Σύννεφα είχαν πλέον σκεπάσει το μισοφέγγαρο, βυθίζοντας εκείνο το καταραμένο δάσος στο απόλυτο σκοτάδι. Κουκουβά, ακούστηκε και πάλι μια κουκουβάγια. Χελιδό, της απάντησε εκ νέου το χελιδόνι. Τα πουλιά του δάσους θρηνούσαν και αυτά με τη σειρά τους το σημερινό μοιραίο.

«Ώστε ήταν δηλητηριώδη τα μανιτάρια;» ακούστηκε ξαφνικά η φωνή του Παντελή.

Ο ακέφαλος καβαλάρης προς στιγμήν ξαφνιάστηκε. «Μπα, έγινες και εσύ φάντασμα;»

«Μάλλον», είπε ο Παντελής αφού περιεργάστηκε τα χέρια του. «Διάφανα είναι, άρα ναι… υποθέτω».

«Και για να απαντήσω στην ερώτηση σου: ναι, ήταν δηλητηριώδη!» συνέχισε ο καβαλάρης. «Προσπάθησα να σε σταματήσω, αλλά ήσουν τόσο ξεροκέφαλος!»

Ο Παντελής-άνθρωπος το πιο πιθανόν ήταν ότι θα νευρίαζε με αυτή την απάντηση και θα έμπαινε σε λογομαχία με τον καβαλάρη. Και γιατί δεν μου το είπες ξεκάθαρα τότε; θα του φώναζε οργισμένος. Ο Παντελής-φάντασμα όμως, ήταν απρόσμενα ήρεμος. «Και εσύ από αυτά πήγες;»

«Ναι… έκανα και εγώ το ίδιο λάθος με εσένα…» Με δάκρυα στα μη υπάρχοντα μάτια του, ο καβαλάρης θυμήθηκε εκείνη τη μοιραία βραδιά. «Ήταν ένα καλοκαίρι του 1913. Η γυναίκα μου μόλις είχε γεννήσει το 8o μας παιδί και-»

«Μα αφού τα μέτρησα», τον διέκοψε ο Παντελής, ο οποίος δεν είχε καμία διάθεση να ακούει ιστορίες φαντασμάτων. «Μισή παλάμη ήταν η ακτίνα τους. Τα δηλητηριώδη έχουν ακτίνα μία παλάμη».*

«Όχι, όχι, τα μπέρδεψες», είπε απογοητευμένος ο καβαλάρης. «Διάμετρο έπρεπε να μετρήσεις, όχι ακτίνα».

Ο Παντελής μούντζωσε τον εαυτό του. «Ααα τα μαθηματικά μου μέσα!»

 «Ό,τι έγινε, έγινε» του είπε ο καβαλάρης και του έδωσε ένα φτυάρι-φάντασμα. «Βοήθα με τώρα να σε θάψουμε!»

Έτσι, ο Παντελής βοήθησε τον ακέφαλο καβαλάρη να θάψει τον… Παντελή και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!

Όπα βρε συγγραφέα! Αφού πεθαμένοι είναι και οι δύο, δεν νομίζεις είναι λίγο άτοπο το έζησαν αυτοί καλά;

Καλώς, καλώς! Πέθαναν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα! Ευχαριστημένος τώρα; (Ναι, μιλάω του εαυτού μου, έχει κανείς πρόβλημα;)

*Προς Θεού, δεν ξεχωρίζει κανείς έτσι τα δηλητηριώδη μανιτάρια! Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αυτόν τον διαχωρισμό καθαρά και μόνο για την εξέλιξη της ιστορίας.

  1. Εσένα σου άρεσε η ιστορία του Γιάννη;

    1. ΝΑΙ
    2. ΟΧΙ
    46 votes
    Share Your Result

***Απαγορεύεται η μερική ή ολόκληρη αναδημοσίευση του άρθρου σε άλλα sites χωρίς τη συγκατάθεση του beezdom.com

***Πηγή φωτογραφίας εξωφύλλου: cg3.cgsociety.org


Like it? Share with your friends!

​Πες μας τη γνωμη σου...

ΑΓΑΠΩ! ΑΓΑΠΩ!
1
ΑΓΑΠΩ!
ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ! ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ!
0
ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ!
ΠΙΟ ΒΑΡΕΤΟ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ! ΠΙΟ ΒΑΡΕΤΟ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ!
0
ΠΙΟ ΒΑΡΕΤΟ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ!
ΔΑΚΡΥΣΑ... ΔΑΚΡΥΣΑ...
0
ΔΑΚΡΥΣΑ...
ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΣΤΗΚΑ! ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΣΤΗΚΑ!
6
ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΣΤΗΚΑ!
ΓΕΛΩ ΜΟΝΟΣ/Η ΜΟΥ! ΓΕΛΩ ΜΟΝΟΣ/Η ΜΟΥ!
1
ΓΕΛΩ ΜΟΝΟΣ/Η ΜΟΥ!